thank you Leonard Cohen

29 Σεπτ.

η πιο δύσκολη ώρα στο νυχτοκάματο ενός ντι-τζέι, είναι η τελευταία. όταν όλοι οι φίλοι και οι γνωστοί έχουν φύγει, όταν οι σερβιτόροι έχουν αρχίσει να παραδίδουν το κεφάλι τους στις δυνάμεις τις βαρύτητας, όταν η ένταση της μουσικής αρχίζει να χαμηλώνει  με τους tindersticks  να προσδιορίζουν το «τσακίρ κέφι» και την διάρκεια να αποτελεί βασικό κριτήριο για την επιλογή του επόμενου τραγουδιού (από τέσσερα λεπτά και πάνω), όταν οι εναπομείναντες στο μαγαζί είναι άτομα που δεν είχες προσέξει όλη την βραδιά, γνωστοί και ως «αόρατοι», φιγούρες γραφικές με την πλάτη γυρισμένη στον κόσμο, φέις το φέις με τον τοίχο ή με την αντανάκλαση του μεθυσμένου εαυτού τους στον λερωμένο καθρέπτη, αντιμέτωποι με την ίδια τους την ζωή, το σκοτεινό τους παρελθόν, το αβέβαιο τους μέλλον. κάθε νύχτα, το ίδιο πράγμα.

εκείνη η ώρα είναι ιερή. καπνίζεις σκυφτός το 29ο τσιγάρο της βραδιάς, πίνεις το 6ο ποτό κοιτάζοντας το ρολόι, με μια αίσθηση περηφάνιας αν η βραδιά έχει πάει καλά ή μιζέριας αν οι σερβιτόροι ήταν οι μοναδικοί ακροατές σου. νιώθεις πως τίποτα δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην φυσική εξέλιξης της νύχτας, όλα δείχνουν πως σύντομα θα καταλήξει με σένα σπίτι σου, έτοιμο να βυθιστείς στο φιλόξενο κρεβάτι σου και να παραδοθείς στον ορφέα σαν να μην υπάρχει αύριο. τίποτα εκτός από μια παρέα γάλλων τουριστών, δέκα στον αριθμό, αλαφιασμένη από την αίσθηση της ελευθερίας που  κυριεύει όλους τους τουρίστες , μα κυρίως τους τουρίστες στην ελλάδα, που νιώθουν ευλογημένοι όταν πετυχαίνουν μαγαζί ανοιχτό, στις 3.00 μετά τα μεσάνυχτα, ξημερώματα πέμπτης. αυτή η τουριστική αύρα σε συνδυασμό με τις εφηβικές ορμόνες που ανυπομονούσαν να απελευθερωθούν με οποιοδήποτε τρόπο από μέσα τους, εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μου μέσα σε δευτερόλεπτα. δύο και τριάντα τέσσερα έσβηνα το 30ο τσιγάρο ακούγοντας το φινάλε του fake empires των national, δύο και τριάντα οχτώ, πάτησα το πλέι για να παίξει μόνικα, δύο και τριάντα εννιά έκλεισα τα μάτια, δύο και σαράντα ήρθα αντιμέτωπος με το κρου της γαλλικής διαφημιστικής καμπάνιας της βόνταφον, έναν όχλο από γαλλική σλανγκ πιο δυνατό από την μουσική  μου,  ντυμένο με την υπογραφή του μπέρσκα, έτοιμο να κάνει αυτή την βραδιά την καλυτεγή βγαδιά της ζωηστού. επιθετικά κοινωνικοί και εμφανώς μεθυσμένοι από ούζα για πρώτη φορά στη ζωή τους, έτοιμοι να χορέψουν και να ξεσαλώσουν με τα πάντα (ακόμα και με το μπλάντι σάμθινγκ κουνιόντουσαν ρυθμικά κοροϊδεύοντας), έμοιαζαν ορκισμένοι να φτάσουν στα άκρα, κάνοντας τα παιχνίδια των άγγλων τουριστών στη ρόδο να μοιάζουν με τυφλόμυγα σε παιδικό πάρτι.

έβλεπα τους σερβιτόρους να γράφουν παραγγελίες προσπαθώντας να καταλάβουν, έβλεπα το ξενέρωμα στα μάτια τους, διάβασα τις φρικτές τους σκέψεις, που ήταν όμοιες με τις δικιές μου: σύντομα θα γινόμασταν οι πουτάνες τους. οι γάλλοι θα πλήρωναν, θα άδειαζαν την κάβα και εμείς θα έπρεπε να ικανοποιήσουμε όλα τα διεστραμμένα τους γούστα. μέχρι όσο πάρει. μέχρι το επόμενο πρωί, που θα πήγαινα βιασμένος στην δουλειά. τους φαντάστηκα να μου κολάνε κατοστάρικο στη μάπα και να μου κάνουν παραγγελίες γαλλικού χιπ χοπ, να μου φωνάζουν «οπα» χορεύοντας μαντόνα, ζούσα μια φρίκη, έναν εφιάλτη, κρύος ιδρώτας άρχιζε να στάζει από το μέτωπό μου, οι σταγόνες του έπεφταν πάνω στα σιντι των Interpol και των arcade fire, πέρναγαν δίπλα από τους στέρεο νόβα,και κατέληγαν  σε ένα κομπιλέισον με πρώτο τραγούδι το «dance me to the end of love». έβγαλα  το σιντί από την θήκη, προσεχτικά και με τρόπο σαν να πατούσα το κόκκινο κουμπί κάτω από το ταμείο αμερικανικoύ σούπερ μάρκετ κατά την διάρκεια ληστείας, χαμήλωσα το προηγούμενο κομμάτι, δυνάμωσα την ένταση στο μίκτη, μπάσα στο τέρμα, όλα στο αρ γιου νατς, άναψα το 31ο τσιγάρο, ήπια την τελευταία τζούρα της μπύρας  μου, άραξα στο τοίχο και άφησα τον Cohen να κάνει την βρωμοδουλειά. Η «λαλα-λαλαλαλαλαλααα» εισαγωγή χτύπησε σαν ενέσεις κλιμακτηρίου τις κοπέλες της παρέας, οι φωνή του Cohen άσπρισε τα καταπιεσμένα από το ζελέ μαλλιά των γαλλοκάγκουρων, τα πόδια τους αδυνατούσαν  να ακολουθήσουν το καταθλιπτικό ρυθμό αυτού του νοασταλγικού βαλς, το χαμόγελα έσβησαν από τα πρόσωπά τους, η θλίψη προσπαθούσε να εισβάλει στις σκέψεις τους από τις τρύπες των αυτιών τους, ο χώρος τους φαίνονταν μικρός, χρειάζονταν αέρα, οι μισοί βγήκαν έξω, σε λίγο τους ακολούθησαν και οι άλλοι, μέχρι το τέλος του τραγουδιού  η μικρή γαλλική δύναμη είχε υποχωρήσει…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: