Αρχείο | Νοέμβριος, 2009

Dead Man’s Bones – Dead Man’s Bones

30 Νοέ.

ένα από τα πράγματα που αντιπαθώ όταν πηγαίνω σε πόλεις του εξωτερικού είναι τα flea markets. όταν αναγκάζομαι να πάω (για να γλιτώσω την κρεβατομουρμούρα), νιώθω το σώμα μου να σέρνεται, μισώ τους πάντες γύρω μου, δεν κοιτάζω κανέναν, το βλέμμα μου είναι κολλημένο κάτω και μου θυμίζω κάτι κακομαθημένο κωλόπαιδα που τραβολογάνε το χέρι το γονιών τους γκρινιάζοντας σε όλη την διαδρομή. αυτό που με εκνευρίζει περισσότερο είναι ότι μου ξυπνάνε αναμνήσεις από παλιά, όταν ήμουν μικρός και πήγαινα στα εμποροπανύγηρα της γειτονιάς. δεν νομίζω ότι υπάρχει κάτι πιο μίζερο από τα εμποροπανύγηρα. και καμιά φορά αναρωτιέμαι, αν γινόντουσαν σε μια μη τριτοκοσμική χώρα, τι διαφορά θα είχαν από τα arty-farty flea markets? ένιγουεϊζ…

πέρσι στο παρίσι, αναγκάστηκα να πάω σε ένα flea market με αντίκες, κάπου στην άκρη της πόλης. ο καιρός ήταν βροχερός, έκανε κρύο και η ομπρέλα μου 2 ευρώ. επίσης ο αέρας μέχρι να φτάσουμε σφύριζε στα αυτιά μου «είσαι τρελός? Που πας μες το κρύο? Γιατί δεν κάθεσαι σε αυτό το παρακμιακό μπιστρό να πιεις 3 μπουκάλια κρασί ακούγοντας τζαζ από γραμμόφωνο?». Ήταν δύσκολη η θέση μου, το είχα υποσχεθεί. βέβαια, το παζάρι αυτό δεν ήταν όπως τα άλλα, ήταν αποκλειστικά και μόνο με αντίκες, πανάκριβες αντίκες γεγονός που μου έφτιαξε την διάθεση γιατί, όταν δεν υπάρχει καμία πιθανότητα αγοράς, μειώνεται και ο χρόνος παραμονής. και σε αυτό το παζάρι, πιθανότητα αγοράς έχει μόνο ο μπιλ γκέιτς (ο οποίος σύμφωνα με τον τουριστικό  οδηγό που διάβαζα, επίπλωσε τα σπίτι του με πράγματα από το συγκεκριμένο παζάρι, κρέιζι, άι νόου)

όλα τα κιόσκια ήταν μέσα σε μια στοά 500 περίπου μέτρων, η βροχή έσταζε πάνω στα αλουμίνια, το γκριζοπράσινο φως του μεσημεριανού ουρανού τρύπωνε από τις εξόδους και η μυρωδιά της υγρασίας μπλέκονταν με τις μυρωδιές όλων αυτών των αντικειμένων, που κουβάλαγαν δεκάδες χρόνια μέσα τους, που αν είχαν στόμα θα διηγούνταν ιστορίες ανθρώπινες, παλιές και στοιχειωμένες, θαμμένες στην σκόνη του αιώνα. περπατούσα  αργά και κοίταζα τα μικρά μαγαζιά, όλα θύμιζαν σκηνικό θεάτρου, μέχρι και οι ιδιοκτήτες χαμένοι κάπου ανάμεσα στα περίεργα έπιπλα, στα εκατοντάδες ασημένια, χρυσά και δερμάτινα αντικείμενα, στους τρομακτικούς πίνακες και στα χαμηλωμένα φώτα, έμοιαζαν πρωταγωνιστές αυτών των παραστάσεων, ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαν να αρχίσουν να ερμηνεύουν κάποιο μονόλογο, αλλά δεν το έκαναν. στεκόντουσαν εκεί καθιστοί, στις παλιές τους πολυθρόνες κοιτάζοντας σιωπηλοί το τίποτα…

αν ο θάνατος ήταν τραγούδι γραμμένο από τον Tom Waits, τον Nick Cave  τους TuxedoMoon  και ερμηνευμένο από τους Arcade Fire, θα ήταν η ιδανική υπόκρουσή εκείνο το απόγευμα στο παρίσι. και το κατάλληλο teaser για το αριστουργηματικό ομώνυμο δίσκο των Dead Man’s Bones…

Μy Body is a Zombie For You / Lose Your Soul

Richard Hawley – Truelove’s Gutter

23 Νοέ.

μ’αρέσει ο Richard Hawley. γιατί ζει στον κόσμο του και ο κόσμος του είναι πλασμένος από το υλικό που φτιάχνονται οι μεγάλοι κινηματογραφικοί έρωτες της δεκαετίας του 60, τα λαμπερά χριστούγεννα σε ασπρόμαυρες καρτ ποστάλ, οι αμήχανες σιωπές με θέα τη φωτιά που καίει τα ξύλα στο τζάκι, η παιδική αθωότητα και αφέλεια που σε ωθεί να πιάσεις τα κάρβουνα νομίζοντας πως είναι μαγικές πέτρες, τα κατακόκκινα δαγκωμένα χείλια που υπάρχουν μόνο και μόνο για να φιλιούνται, το άρωμα που έχει σχεδόν χαθεί από το λαιμό της, οι μοιραίες ατάκες που σε λάθος αυτιά ακούγονται γελοίες, μα πάνω απ’ όλα  η αίσθηση που κάνει ένα βαρετό θέαμα  να μοιάζει συναρπαστικό,όπως το χιόνι που ανεπαίσθητα  και νωχελικά πέφτει στο μπαλκόνι και στρώνεται μέσα σε ώρες.

ps.όλα αυτά  αν ζεις σε μια ιδεατή πραγματικότητα,  στην οποία δεν έχεις τίποτα άλλο να κάνεις, από το να χαζεύεις το χιόνι (ή παρόμοιας σημασίας θεάματα)

Open Up Your Door

Phantogram – Eyelid Movies

19 Νοέ.

θαυμάζω αυτούς τους ανθρώπους που περιγράφουν έναν δίσκο με 2-3 cool λέξεις και σου δίνουν αμέσως να καταλάβεις τι πρόκειται να ακούσεις, χωρίς μακρόσυρτα κείμενα και ηλίθιες παρομοιώσεις. εγώ δεν ανήκω σε αυτούς. αντιθέτως ανήκω σε όσους μπορούν να μιλούν ώρες με αφορμή ένα δίσκο χωρίς να αναφέρουν κάτι πραγματικά ουσιώδες. κοινός, είμαι παρλαπίπας. (wow… “παρλαπίπας”. Όταν το γράφεις είναι περισσότερο γελοίο από το να το λες… «παρλαπίπας»… ok, enough). σκεφτόμουνα τι θα μπορούσα να γράψω για το εκπληκτικό ντεμπούτο των Phantogram πέρα ένα δύο πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την μπάντα. Ότι δηλαδή είναι δύο, μια γκόμενα στα πλήκτρα και ένας τύπος στις κιθάρες, κατάγονται από την νέα υόρκη και παίζουν τύπου ηλεκτρονική μουσική. μέχρι εκεί. θα έλεγα επίσης πως αν οι XX είναι μια μπάντα που αντλεί τη δύναμή της από το συναίσθημα, οι Phantogram ακολουθούν την ίδια μέθοδο, μόνο που η μεταφορά γίνεται με ηλεκτροφόρα καλώδια. δεν θα μπορούσα όμως με τίποτα να σκεφτώ το «Street beat, psyche pop». πόσο απίστευτα cool είναι να λες πως παίζεις ή ακούς street beat – psyche pop. ω ναι. Από τότε που το είδα γραμμένο στη σελίδα τους στο Wikipedia έχω πάθει εμμονή. Έτσι μου ‘ρχεται να  το βάλω στην αφίσα του indieanapolis στο high-fidelity. To σίγουρο είναι ότι αυτό θα απαντάω όταν με ρωτάνε τι μουσική ακούω. «street beat psyche pop φίλε, βρήκα την υγειά μου». πέρα από αυτές τις μαλακίες, ο δίσκος είναι ε-ξαι-ρε-τι-κός. Τσεκάρετε τις κομματάρες:

Running From The Cops / Futuristic Casket / You Are The Ocean

Twilight Saga: New Moon OST

9 Νοέ.

το πρώτο Twilight νομίζω πως μου άρεσε in a pity fuck kind of way. ήταν ταπεινό και αθώο, η παραγωγή θύμιζε αμερικάνικο indie, οι πρωταγωνιστές πρωτοεμφανιζόμενοι τότε, είχαν μια φρεσκάδα, βασικά η όλη δουλειά φαίνονταν να έχει γίνει με μεράκι. κατά τα’ άλλα ήταν μια αντικειμενικά κακή ταινία με κωμικοτραγικές ερμηνείες χωρίς κανένα βάθος, ένα πρωτογενές υλικό για κοριτσίστικα υγρά όνειρα και κανιβαλισμό από τα media, ένα πρωτοφανές teen-idol hype που ξεχείλισε με δολάρια τις τσέπες της Weinstein. παράλληλα, η επιλογή των τραγουδιών του soundtrack φανέρωνε μια κάποια «άποψη», η οποία δυστυχώς χάνονταν  στον emo ωκεανό που έπλεε  η ταινία. το soundtrack του Full Moon από την άλλη, του δεύτερου μέρους του Twilight Saga (που θα αρχίσει να προβάλλεται σε 2 βδομάδες) με άφησε αρκετά μαλάκα. με κομματάρες από Death Cab For Cutie, Thom Yorke, Killers, BRMC, Sea Wolf και Lykke Li που γράφτηκαν αποκλειστικά για την ταινία, βάζει μπρος την μηχανή, διασχίζει αστραπιαία τον emo ωκεανό και ταξιδεύει πλέον προς  indie κατεύθυνση, παραδίδοντας στα χέρια των λαίμαργων teens (που θα έτρωγαν και κόπρανα με την φωτό του πάτινσον) ένα  compilation για πραγματικά απαιτητικούς ακροατές. εδώ τα 2 αγαπημένα μου:

band of skulls-friends

editors – -no sound but the wind

Carusella

5 Νοέ.

την προηγούμενη βδομάδα ήμουν στην Ελβετία, στο basel συγκεκριμένα, έκατσα στο σπίτι μιας φίλης για 5 μέρες. Το basel (και η ελβετία απ΄ό,τι κατάλαβα), ζει σε ένα άλλο σύμπαν, ξένο από το δικό μας αλλά και της υπόλοιπης ευρώπης. η ηρεμία, η τάξη, α ασφάλεια, η αρμονία, η ευγένεια και η ταπεινότητα αποτελούν τις 6 βασικές αρχές του. δεν ξέρω κατά πόσο ακούγεται αυτό ελκυστικό, γνωρίζω αρκετούς που oι παραπάνω παράγοντες συνθέτουν την προσωπική τους κόλαση. σε αυτούς, πλέον, δεν ανήκω εγώ. μάλλον γερνάω δεν ξέρω, αλλά αυτά τα 6 στοιχεία, τελευταία τα έχω εκτιμήσει απίστευτα. Βέβαια, αν ζούσα στο basel πιθανότατα κάθε σαββατοκύριακο να τραβιόμουνα σε rave parties στην ευρώπη, κατά την διάρκεια των οποίων θα έκαιγα εκατομμύρια (υγιή και αναζωογονημένα από τον καθαρό αέρα των άλπεων) εγκεφαλικά κύτταρα, για να ισορροπήσω, αλλά σαν τουρίστας, αυτές οι 5 μέρες ήταν πραγματικά αυτό που χρειαζόμουν.

το basel έχει την ατμόσφαιρα του χωριού, χωρίς να είναι χωριό και αποτελεί έναν αληθινό παράδεισο για μεγάλους ανθρώπους και μικρά παιδιά. όσο ήμουν εκεί υπήρχε κάτι σαν φεστιβάλ, σαν παζάρι, σαν γιορτή, δεν ξέρω πώς να το πω, γιατί αγνοώ τι χαρμόσυνο γεγονός μπορεί να προκύψει με αφορμή τον ερχομό του φθινοπώρου. «ήρθε το φθινόπωρο, μικραίνει η μέρα, κάνει κρύο, οι διακοπές τέλος, let’s party like there’s no tomorrow, yeiiiiii!». όπως και να χει με αφορμή το όμορφο φθινόπωρο (?) οι ελβετοί στήνουν σε διάφορες πλατείες ξύλινα κιόσκια και πουλάνε από λουκάνικα και τυριά μέχρι παγανιστικά ανθρωπάκια φτιαγμένα από κορμούς δέντρων. επίσης όπου υπάρχει χώρος, στήνουν και ένα λούνα παρκ. όχι τίποτα μοντέρνο και εξτρίμ, αυτά τα παλιακά που κρύβουν μια δόση μιζέριας ανάμεικτης με χαρμόσυνες παιδικές αναμνήσεις. καθόμουν ένα βράδυ και κοίταζα κάτι σαν μπαλαρίνα, που στριφογύριζε με εκνευριστική ταχύτητα και λίγο πριν πάθω επιληψία από τα χρώματα, το βλέμμα μου έπεσε σε ένα τύπο που κατέβαινε από το παιχνίδι. ήταν κοντά στα 30, είχε μπει μόνος του, μάταια προσπαθούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό του δεκάχρονου που είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό του, κοίταξε δεξιά και αριστερά, μετά χαμήλωσε τα μάτια και αφού έστρωσε αμήχανα τα ρούχα του που είχαν τσαλακωθεί από το στριφογύρισμα, συνέχισε το δρόμο του, μόνος μέσα στο παζάρι του Basel.

Carusella – Star Quality