Αρχείο | ιπτάμενοι δίσκοι / reviews RSS feed for this section

The Corin Tucker Band – 1000 Years

9 Δεκ.

Συνήθως τα solo projects ηγετικών μορφών από πρώην πετυχημένες μπάντες,  χαρακτηρίζονται, στην καλύτερη των περιπτώσεων, από αμηχανία. Και αυτό οφείλεται στο γεγονός της υπέρμετρης προσπάθειας του εκάστοτε καλλιτέχνη να αποδείξει πως έχει απαγκιστρωθεί από το παρελθόν, κάτι που είναι πραγματικά δύσκολο να μην γίνει αντιληπτό από ένα εκπαιδευμένο κοινό. Και όταν αυτό συμβαίνει, χάνεται το coolness, άρα και το παιχνίδι. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να αποπνέει ανασφάλεια, αβεβαιότητα και δημιουργική αδυναμία η solo δισκογραφική απόπειρα ενός δημιουργού, ειδικά αν η μπάντα από την οποία προέρχεται έχει αφήσει το στίγμα της σε μια ολόκληρη δεκαετία, όπως οι Sleater Kinney στην συγκεκριμένη περίπτωση. Το 1000 Υears της Corin Tucker ευτυχώς δεν είναι ένας τέτοιος δίσκος. Αντιθέτως είναι ένα συνονθύλευμα rock n roll, americana, garage και country  επιρροών, που κουβαλούν μέσα τους στοιχειωμένες μνήμες από την δεκαετία του 90, οι οποίες όχι μόνο δεν λειτουργούν είς βάρος της συνολικής εικόνας του δίσκου, αλλά με έναν ανεπιτήδευτο τρόπο προσδίδουν μια vintage και σκονισμένη ατμόσφαιρα, που κάνει το αποτέλεσμα ακόμα πιο γοητευτικό. Το σημαντικότερο όμως πλεονέκτημα του 1000 Υears και ένας από τους λόγους που δεν λέει να φύγει από το playlist μου, είναι η απλότητα, η ειλικρίνεια και η ζεστασιά που εκπέμπουν τα κομμάτια του, σαν  να έχουν ηχογραφηθεί κατά την διάρκεια μιας βραδιάς σε φιλικό σπίτι, κάπου μεταξύ οινοποσίας, προσωπικών εκμυστηρεύσεων, γέλιων και ιστοριών από τα παλιά. “Α middle-aged mom record” το χαρακτήρισε η Corin Tucker. “a middle-aged mom record with balls” θα συμπληρώσω εγώ.

Advertisements

Pomegranates – One of Us

30 Νοέ.

«βασικά πιστεύω ότι το Everybody Come Outside είναι ένα μεταβατικό στάδιο πριν βρούνε 100% τον ήχο τους, ο 3ος δίσκος θα είναι και το αριστούργημα τους.» κάπως έτσι τελείωνε το review που είχα γράψει για το δεύτερο δίσκο των Pomegranates στις 13 Απριλίου του 2009. Και εδώ οφείλω να κάνω την μελαγχολική παρένθεση *με την συνοδεία της σπαραχτικής μουσικής από το πιο μικρό βιολί του κόσμου* για να δηλώσω πόσο συγκινούμαι κάθε φορά που βλέπω μπάντες για τις οποίες έχω γράψει στο παρελθόν να επανέρχονται στο προσκήνιο με δεύτερο και τρίτο δίσκο, ανεβαίνοντας διστακτικά άλλο ένα σκαλοπάτι στην πυραμίδα της indie rock καταξίωσης . Καλά για να είμαι ακριβής από τον τρίτο και μετά αρχίζω και φρικάρω με το πόσο γρήγορα περνάνε τα χρόνια και με το πόσο στάσιμος παραμένω εγώ, οι άλλοι βγάλανε 3 δίσκους και εγώ εξακολουθώ να γράφω στο indieanapolis, αλλά τέλος πάντων. Στο τρίτο τους δίσκο λοιπόν, οι Pomegranates, ακούγονται πολύ πιο κατασταλαγμένοι μουσικά, παίζουν καθαρό-αιμη pshychopop / art pop ή όπως διάολο λέγονταν εκείνο το hip κίνημα που μεσουρανούσε στα  indie κυκλώματα στα μέσα των 00s και σήμερα θεωρείται μέχρι και ξεπερασμένο, έχοντας σαν βασικό χαρακτηριστικό αυτή τη «θολούρα» στο ήχο τους, που πολλές φορές μοιάζει σαν να έρχεται από ένα παράλληλο χαοτικό μικρόκοσμο δικιάς τους έμπνευσης, μέσα στον οποίο, η τετραμελής μπάντα από το Cincinnati, φαίνεται πως περνάει μια χαρά. Αν είχαν περισσότερα κομμάτια σαν το Positive light ή το 50s που ξεχωρίζουν για το νεύρο τους με την πρώτη ακρόαση και  δεν φόρτωναν το δίσκο με αυτές τις βαριές και ασήκωτες cryingpussy μπαλάντες που μοιάζουν σαν να είναι εμπνευσμένες κατά την διάρκεια bad trip indie καψούρας, ίσως να μιλάγαμε για αριστούργημα. προς το παρόν όμως, με αυτά τα δεδομένα, έχουμε να κάνουμε με ένα αξιοπρεπέστατο και -για άλλη μια φορα- πολλά υποσχόμενο τρίτο δίσκο.

Cee Lo Green – The Lady Killer

22 Νοέ.

Από την εποχή του Crazy με τον Danger Mouse, μου είχε κάνει εντύπωση πώς ένας τύπος σαν τον Thomas DeCarlo Callaway (aka Cee Lo Green), με τέτοια φωνή και παρουσιαστικό δεν έκανε επιτυχημένη solo καριέρα.  Για να πω την μαύρη (…) αλήθεια, δεν γνώριζα ότι πριν το Fuck You και την συμμετοχή του στο Εclipse με το What Part of Forever είχε ήδη βγάλει 2 solo δίσκους, γεγονός που οφείλoνταν ή στην ασχετοσύνη μου σχετικά με τις soul κυκλοφορίες ή στο ότι κανένας δεν είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα με τις συγκεκριμένες δουλειές. Όπως και να ‘χει, λίγο το buzz στα blogs, λίγο οι αμέτρητες  αφίσες στο underground του Λονδίνου με την αρχοντομουτσούνα του Cee Lo, την αστραφτερή  γυαλούμπα, το bad ass ύφος και τα γκομενάκια στο background (για τα γκομενάκια στο background δεν είμαι 100% σίγουρος, αλλά και να μην υπήρχαν, στο μυαλό σου, όταν έβλεπες την αφίσα, ήταν εκεί) μου κέντρισαν το ενδιαφέρον για το επερχόμενο Lady Killer, το οποίο και κατέβασα με το που διέρρευσε, μερικές βδομάδες πριν τις επίσημη κυκλοφορία του. Μετά από συνεχόμενες ακροάσεις, μπορώ με βεβαιότητα να πω πως όχι μόνο ανταποκρίνεται στο hype αλλά άνετα συγκαταλέγεται στους καλύτερους δίσκους του 2010. Μια απολαυστικότατη συλλογή δεκατεσσάρων neo-soul hit singles με παιχνιδιάρικη pop  διάθεση, επιθετικές hip hop εξάρσεις, ρομαντικές παρενθέσεις, αλήτικο funk και uplifting μελωδίες που δημιουργούν μια στιλάτη, σχεδόν κινηματογραφική ατμόσφαιρα, στα πρότυπα των soundtracks του David Holmes. Νομίζω το θέμα δεν χωράει περαιτέρω ανάλυση: O θρόνος του funk soul master για το 2010 είναι πλέον κατελειμένος.

 

Bran Van 3000 – The Garden

19 Νοέ.

Αλήθεια υπάρχει κανείς εκεί έξω που να ξέρει τους Bran Van 3000 για κάτι άλλο πέρα από το Drinking in L.A.? Από ένα γρήγορο google search που έκανα πάντως, δεν φαίνεται να έχουν απασχολήσει και πολύ την μπλογκόσφαιρα από το 1997, παρόλο που, όσο εμείς κοιμόμασταν, αυτοί εξακολουθούσαν να βγάζουν δίσκους, τρεις στο σύνολο. Πάντως πλάκα πλάκα το Drinking in LA το ακούω ακόμα, 13 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, αυτό δεν είναι και λίγο. Οι τύποι, μες το χαβαλέ τους, κατάφεραν να γράψουν ένα 90s alternative rock ύμνο, άνετα δηλαδή το βάζω στην ίδια συνομοταξία με χιτάκια όπως το Cannonball, το The Distance και άλλα τέτοια. Γι’ αυτό και μόνο τον λόγο έδωσα μια ευκαιρία στο πρόσφατό τους πόνημα,“The Garden”, χωρίς να έχω ιδέα τι πρόκειται να ακούσω πριν βάλω τον δίσκο. Γιατί αν κάποιος μου έλεγε πως τα 14 κομμάτια του Garden είναι μια αλλοπρόσαλλη μουσική διαδρομή από την soul-pop και την ακουστική rock στην folktronica, την tropicalia, το dub και τη reggae και από εκεί ντουγρού στo techno, electro και euro-trash, μάλλον θα έλεγα όχι. Και θα ήταν κρίμα γιατί αυτός ο δίσκος, αν και ανήκει στην κατηγορία της λεγόμενης fuckeduptronica (δικιά μου λέξη), δεν είναι κακός. Μπορεί όλες αυτές οι εναλλαγές από τραγούδι σε τραγούδι να σου προκαλούν μια σύγχυση, ίσως και εκνευρισμό, αλλά αν αφεθείς λίγο στην τρέλα τους και συμβιβαστείς με το γεγονός ότι πρόκειται περί μουσικής κολεκτίβας από το Κεμπέκ (αποτελούμενη από 10 και βάλε άτομα), θα αντιληφθείς πως ο κοινός παρανομαστής σε όλα τα τραγούδια του Garden είναι απλά, η καλή διάθεση, η αισιοδοξία και η όρεξη για χορό, η ιδανική ατμόσφαιρα δηλαδή για ένα καναδέζικο garden party την (μοναδική) ηλιόλουστη μέρα του χρόνου. Πόσο εύκολα λες όχι σε κάτι τέτοιο?

The Secret Sisters – The Secret Sisters

3 Νοέ.

Ένα από τα πράγματα που εκτιμώ ιδιαίτερα όταν ταξιδεύω εντός και εκτός Ελλάδας είναι το φαγητό. Όχι πως όταν δεν ταξιδεύω παύει να με ενδιαφέρει, αντιθέτως, το έχω συνέχεια στο μυαλό μου. ακούστηκε κάπως obsessive αυτό, μην με παρεξηγήσετε, δεν το εννοώ  με την βουλιμική έννοια.  νομίζω. ελπίζω. εύχομαι. anyway το bottom line είναι ότι μ΄ αρέσει η μάσα ρε αδερφέ. Και κυρίως το πρωινό, που το έχουμε τόσο υποτιμημένο εδώ στο Ελλάντα. Αλήθεια πόσες φορές μου έχει έρθει η όρεξη να σηκωθώ από το σπίτι ένα Σάββατο και να πάω να φάω ένα γαμάτο πρωινό, όχι φρυγανιές με μέλι και τέτοια αδερφίστικα, αντρίκιο πράμα με βούτυρα και μπέικον και αυγά και μάφιν και πούτινγκ και πανκεϊκ και τα πάντα ναουμ. Όπως μου έρχεται όμως, μου φεύγει γιατί απλά δεν υπάρχει ένα τέτοιο μέρος στην Αθήνα. Που όχι απλά να σερβίρει πρωινό αλλά και να έχει το κατάλληλο περιβάλλον για να γουστάρεις, να αράξεις, να πιεις το καφέ σου, να διαβάσεις το βιβλίο σου, να φτιάξεις την φτιάξη σου, φάση. Σε αντίθεση με το Λονδίνο, στο οποίο και βρισκόμουν την προηγούμενη βδομάδα, που τα πρωινάδικα (χμ… sounds familiar) είναι από τα πιο στάνταρ φαγάδικα, έχουν εξαπλωθεί παντού, σαν ιός.

Συνέχεια

Maximum Balloon – Maximum Balloon

2 Νοέ.

Δεν είναι ότι χρειαζόμουν άλλη απόδειξη για να σιγουρευτώ πως ο David Sitek είναι ο πιο ιδιοφυής μουσικός της νέας χιλιετίας, οι TV on the Radio και οι δουλειές  του με τους Yeah Yeah Yeahs, τους Foals, τους Liars, ακόμα και με την Scarlet Johansson ήταν υπερ-αρκετές για να με πείσουν, αλλά damn, αυτός ο δίσκος είναι γαμάτος ακόμα και για τα Sitek δεδομένα! Ένας από τους λόγους που είμαι τόσο ενθουσιώδης με τον συγκεκριμένο τύπο είναι  ότι  πάντα καταφέρνει κάτι που θεωρητικά μοιάζει αδύνατο  ή έστω κακόγουστο (όπως για  παράδειγμα το να ταξιδέψει πίσω στα 80s και αφού “φορτώσει” τον Prince με κεταμίνη να τον εκτοξεύσει σε αστρικό ταξίδι στον χωροχρόνο… ή απλά να ενώσει το electro με το funk μέσα σε μια ατμόσφαιρα αστικού goth a.k.a. urban goth nu-funκ), να το κάνει να ακούγεται σαν το πιο normal πράγμα στο κόσμο, τόσο forward thinking αλλά και τόσο απλό. Και όχι μόνο μες το σαλόνι ή στα ακουστικά του mp3 player σου αλλά και στα πιο απαιτητικά  dancefloors του κόσμου. Freaking genius.

Mark Ronson & The Business Intl. – Record Collection

27 Οκτ.

 Αν είχα μείνει στην γνώμη που σχημάτισα ακούγοντας τα  3 πρώτα κομμάτια της τελευταίας ολοκληρωμένης δουλειάς του super-famous dj / producer / whatever man,  κατά πάσα πιθανότητα το Record Collection δεν θα βρίσκονταν σήμερα στην δικιά μου δισκοθήκη. Βασικά δεν θα το αγνοούσα απλά, αλλά σχεδόν με ευχαρίστηση θα πατούσα delete λέγοντας “άσε ρε Mark τις μαλακίες και κάνε καμιά διασκευούλα να γουστάρουμε”. Τέτοια αντιπάθεια μου ξύπνησε ξαφνικά ο καημένος ο Ronson. Anywayz, ευτυχώς που εκείνο το απόγευμα κάθισα και τον άκουσα υπομονετικά περπατώντας για καμιά ώρα και άλλαξα γνώμη. Όχι ότι ανακάλυψα το αριστούργημα, ένας δίσκος χωρίς την παραμικρή αίσθηση συνοχής δεν θα μπορούσε ποτέ να χαρακτηριστεί έτσι, αλλά πραγματικά, μέσα στα 14 του κομμάτια, κάπου ανάμεσα στις soul πινελιές των 60s, στα γκλίτερ των  80s, στα γκετομπλάστερ των 90s και στο nothinginparticular των 00s,  υπάρχουν τραγουδάρες. Πρώτο και καλύτερο το Somebody to Love Me με την συμμετοχή του Βoy George που συνδυάζει το catchy effect με την πιότητα και το συναίσθημα.  Το You Gave Nothing  που  η mainstream-o-κλαμπίλα του φλερτάρει με το sleaziness, αλλά τελευταία στιγμή την γλιτώνει γιατί έχει καλές προθέσεις. Το Introducing the Business που θα έλεγα πως είναι το πιο bad ass rap track του δίσκου αν δεν συμμετείχε η London Gay Men’s Chorus (!!), το Record Collection που ως ομώνυμο έχει όλα τα εφόδια για να γίνει party anthem, το  Hey Boy που ενώνει το hip hop και την τυρίλα με εθιστικό τρόπο και το πιο αγαπημένο μου, The Night Last Night, που με λίγη φαντασία (και παράνοια) θα μπορούσε να είναι soundtrack σε  ασπρόμαυρη ταινία του ’60.