Tag Archives: review

Pomegranates – One of Us

30 Νοέ.

«βασικά πιστεύω ότι το Everybody Come Outside είναι ένα μεταβατικό στάδιο πριν βρούνε 100% τον ήχο τους, ο 3ος δίσκος θα είναι και το αριστούργημα τους.» κάπως έτσι τελείωνε το review που είχα γράψει για το δεύτερο δίσκο των Pomegranates στις 13 Απριλίου του 2009. Και εδώ οφείλω να κάνω την μελαγχολική παρένθεση *με την συνοδεία της σπαραχτικής μουσικής από το πιο μικρό βιολί του κόσμου* για να δηλώσω πόσο συγκινούμαι κάθε φορά που βλέπω μπάντες για τις οποίες έχω γράψει στο παρελθόν να επανέρχονται στο προσκήνιο με δεύτερο και τρίτο δίσκο, ανεβαίνοντας διστακτικά άλλο ένα σκαλοπάτι στην πυραμίδα της indie rock καταξίωσης . Καλά για να είμαι ακριβής από τον τρίτο και μετά αρχίζω και φρικάρω με το πόσο γρήγορα περνάνε τα χρόνια και με το πόσο στάσιμος παραμένω εγώ, οι άλλοι βγάλανε 3 δίσκους και εγώ εξακολουθώ να γράφω στο indieanapolis, αλλά τέλος πάντων. Στο τρίτο τους δίσκο λοιπόν, οι Pomegranates, ακούγονται πολύ πιο κατασταλαγμένοι μουσικά, παίζουν καθαρό-αιμη pshychopop / art pop ή όπως διάολο λέγονταν εκείνο το hip κίνημα που μεσουρανούσε στα  indie κυκλώματα στα μέσα των 00s και σήμερα θεωρείται μέχρι και ξεπερασμένο, έχοντας σαν βασικό χαρακτηριστικό αυτή τη «θολούρα» στο ήχο τους, που πολλές φορές μοιάζει σαν να έρχεται από ένα παράλληλο χαοτικό μικρόκοσμο δικιάς τους έμπνευσης, μέσα στον οποίο, η τετραμελής μπάντα από το Cincinnati, φαίνεται πως περνάει μια χαρά. Αν είχαν περισσότερα κομμάτια σαν το Positive light ή το 50s που ξεχωρίζουν για το νεύρο τους με την πρώτη ακρόαση και  δεν φόρτωναν το δίσκο με αυτές τις βαριές και ασήκωτες cryingpussy μπαλάντες που μοιάζουν σαν να είναι εμπνευσμένες κατά την διάρκεια bad trip indie καψούρας, ίσως να μιλάγαμε για αριστούργημα. προς το παρόν όμως, με αυτά τα δεδομένα, έχουμε να κάνουμε με ένα αξιοπρεπέστατο και -για άλλη μια φορα- πολλά υποσχόμενο τρίτο δίσκο.

Bran Van 3000 – The Garden

19 Νοέ.

Αλήθεια υπάρχει κανείς εκεί έξω που να ξέρει τους Bran Van 3000 για κάτι άλλο πέρα από το Drinking in L.A.? Από ένα γρήγορο google search που έκανα πάντως, δεν φαίνεται να έχουν απασχολήσει και πολύ την μπλογκόσφαιρα από το 1997, παρόλο που, όσο εμείς κοιμόμασταν, αυτοί εξακολουθούσαν να βγάζουν δίσκους, τρεις στο σύνολο. Πάντως πλάκα πλάκα το Drinking in LA το ακούω ακόμα, 13 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, αυτό δεν είναι και λίγο. Οι τύποι, μες το χαβαλέ τους, κατάφεραν να γράψουν ένα 90s alternative rock ύμνο, άνετα δηλαδή το βάζω στην ίδια συνομοταξία με χιτάκια όπως το Cannonball, το The Distance και άλλα τέτοια. Γι’ αυτό και μόνο τον λόγο έδωσα μια ευκαιρία στο πρόσφατό τους πόνημα,“The Garden”, χωρίς να έχω ιδέα τι πρόκειται να ακούσω πριν βάλω τον δίσκο. Γιατί αν κάποιος μου έλεγε πως τα 14 κομμάτια του Garden είναι μια αλλοπρόσαλλη μουσική διαδρομή από την soul-pop και την ακουστική rock στην folktronica, την tropicalia, το dub και τη reggae και από εκεί ντουγρού στo techno, electro και euro-trash, μάλλον θα έλεγα όχι. Και θα ήταν κρίμα γιατί αυτός ο δίσκος, αν και ανήκει στην κατηγορία της λεγόμενης fuckeduptronica (δικιά μου λέξη), δεν είναι κακός. Μπορεί όλες αυτές οι εναλλαγές από τραγούδι σε τραγούδι να σου προκαλούν μια σύγχυση, ίσως και εκνευρισμό, αλλά αν αφεθείς λίγο στην τρέλα τους και συμβιβαστείς με το γεγονός ότι πρόκειται περί μουσικής κολεκτίβας από το Κεμπέκ (αποτελούμενη από 10 και βάλε άτομα), θα αντιληφθείς πως ο κοινός παρανομαστής σε όλα τα τραγούδια του Garden είναι απλά, η καλή διάθεση, η αισιοδοξία και η όρεξη για χορό, η ιδανική ατμόσφαιρα δηλαδή για ένα καναδέζικο garden party την (μοναδική) ηλιόλουστη μέρα του χρόνου. Πόσο εύκολα λες όχι σε κάτι τέτοιο?

Mark Ronson & The Business Intl. – Record Collection

27 Οκτ.

 Αν είχα μείνει στην γνώμη που σχημάτισα ακούγοντας τα  3 πρώτα κομμάτια της τελευταίας ολοκληρωμένης δουλειάς του super-famous dj / producer / whatever man,  κατά πάσα πιθανότητα το Record Collection δεν θα βρίσκονταν σήμερα στην δικιά μου δισκοθήκη. Βασικά δεν θα το αγνοούσα απλά, αλλά σχεδόν με ευχαρίστηση θα πατούσα delete λέγοντας “άσε ρε Mark τις μαλακίες και κάνε καμιά διασκευούλα να γουστάρουμε”. Τέτοια αντιπάθεια μου ξύπνησε ξαφνικά ο καημένος ο Ronson. Anywayz, ευτυχώς που εκείνο το απόγευμα κάθισα και τον άκουσα υπομονετικά περπατώντας για καμιά ώρα και άλλαξα γνώμη. Όχι ότι ανακάλυψα το αριστούργημα, ένας δίσκος χωρίς την παραμικρή αίσθηση συνοχής δεν θα μπορούσε ποτέ να χαρακτηριστεί έτσι, αλλά πραγματικά, μέσα στα 14 του κομμάτια, κάπου ανάμεσα στις soul πινελιές των 60s, στα γκλίτερ των  80s, στα γκετομπλάστερ των 90s και στο nothinginparticular των 00s,  υπάρχουν τραγουδάρες. Πρώτο και καλύτερο το Somebody to Love Me με την συμμετοχή του Βoy George που συνδυάζει το catchy effect με την πιότητα και το συναίσθημα.  Το You Gave Nothing  που  η mainstream-o-κλαμπίλα του φλερτάρει με το sleaziness, αλλά τελευταία στιγμή την γλιτώνει γιατί έχει καλές προθέσεις. Το Introducing the Business που θα έλεγα πως είναι το πιο bad ass rap track του δίσκου αν δεν συμμετείχε η London Gay Men’s Chorus (!!), το Record Collection που ως ομώνυμο έχει όλα τα εφόδια για να γίνει party anthem, το  Hey Boy που ενώνει το hip hop και την τυρίλα με εθιστικό τρόπο και το πιο αγαπημένο μου, The Night Last Night, που με λίγη φαντασία (και παράνοια) θα μπορούσε να είναι soundtrack σε  ασπρόμαυρη ταινία του ’60.

Monika – Exit

20 Μάι.

Προτού προχωρήσω στο review του Exit της Monika αξίζει να αναφέρω πως είχα να ακούσω το Avatar από τότε που δημοσιεύτηκε η περιβόητη συνέντευξη στο crackhitler, αφορμή για την οποία ήταν κυρίως η περιέργεια μου, να γνωρίσω την κοπέλα που κρύβονταν πίσω από το καλύτερο (κατά την προσωπική μου γνώμη) ελληνικό αγγλόφωνο άλμπουμ της τελευταίας δεκαετίας. H συνέντευξη πήγε μια χαρά, η Mόνικα αποδείχτηκε αρκετά cool τηρουμένων των αναλογιών, απάντησε ακόμα και στις πιο άκομψες ερωτήσεις, μίλησε για τα πάντα χωρίς να χρειαστεί να καταβάλω ιδιαίτερη προσπάθεια και γενικά όλα εξελίχθηκαν καλύτερα απ’ ό,τι περίμενα. Το μόνο που έμενε ήταν να απομαγνητοφωνήσω μια (σχεδόν φιλική) συζήτηση διάρκειας 3 ωρών και μετά να την αφήσω στο έλεος του  ελληνικού αιμοδιψούς indie κοινού, πατώντας το publish. Και εκεί άρχισε ο κατήφορος. Σίγουρα περίμενα πικρόχολα και εμπαθή comments, αυτά δεν γίνεται να τα γλιτώσεις, λαμβάνοντας υπόψη και το ύφος του crack ήταν σχεδόν απαραίτητα, αλλά ειλικρινά έμεινα μαλάκας με τον ντόρο και το πρωτοφανές ξεκατίνιασμα που δημιουργήθηκε τόσο στα blogs όσο και στις εφημερίδες με κύρια αιτία  την στιγμιαία αναφορά του ονόματος της Δήμητρας Γαλάνη σε μια συνέντευξη που επαναλαμβάνω διήρκησε σχεδόν 3 ώρες και δημοσιεύτηκε  απομαγνητοφωνημένη  χωρίς καμιά παράλειψη. Όλο αυτό το κουτσομπολίστικο buzz αρχικά μου προκάλεσε αμηχανία, μετά εκνευρισμό, στην συνέχεια δυσφορία και τελικά τρελό ξενέρωμα. Από κάποια φάση και μετά (όταν το θέμα θα μπορούσε αποτελεί  το  scoop δημοσιογράφου μεσημεριανής εκπομπής), σταμάτησα να διαβάζω και να ασχολούμαι, είχα επίσημα πάθει Μonika overdose. Και ερχόμαστε επιτέλους στο σήμερα (έχω την εντύπωση πως μου παραβγήκε μεγάλος ο πρόλογος, ελπίζω να μην κούρασα, απλά ήθελα κάποια στιγμή να αναφερθώ σε όλο αυτό), λίγο μετά την κυκλοφορία του Exit το οποίο κατέβασα από ένα  πορτογαλέζικο (!) blog και ακούω τις τελευταίες μέρες.

Συνέχεια