Αρχείο | Μαΐου, 2009

Miike Snow – Miike Snow

29 Μάι.

summer chemistryβαριέμαι απίστευτα την ηλιοθεραπεία. αν δεν υπάρχει κάποια καντίνα σε ακτίνα 100 μέτρων για να εφοδιαστώ με μπύρες, το «μπάνιο» χάνει το 75% της αξίας του. σπάνια υπάρχει κάποιος στην παρέα που να καταλαβαίνει την ανωμαλία μου (αν θεωρήσουμε βέβαια πως το να κάθεσαι κάτω από τον ήλιο για τρεις ώρες είναι ανωμαλία), συνήθως οι περισσότεροι αγνοούν την ύπαρξή μου και λιώνουν στην άμμο σαν τα γουρούνια στη λάσπη σε σημείο που  μερικές φορές νομίζω ότι ακούω το «τσιτσίρισμα» από την σάρκα τους καθώς καίγεται από τις βλαβερές ακτινοβολίες… anyway, ευτυχώς που υπάρχει «το 25%» και κάνει την κατάσταση υποφερτή. αυτό που γουστάρω λοιπόν, όταν η βαρεμάρα και η ζέστη χτυπάει κόκκινο, είναι να ξαπλώνω ανάσκελα, χωρίς γυαλιά και πετσέτα στο κεφάλι, να βάζω μουσική και με κλειστά μάτια να «κοιτάω» τον ήλιο. είμαι σίγουρος πως οι περισσότεροι το κάνουν αυτό, αλλά εγώ το έχω ανάγει σε τέχνη. προσπαθώ να αποκωδικοποιήσω τα σχήματα και τα χρώματα που εμφανίζονται και αλλάζουν μορφή μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, να κατευθύνω αυτό το πορτοκαλί φάσμα, που άλλες φορές είναι σαν να κινείται, άλλες σαν να μικραίνει και άλλες σαν να ρουφάει τις σκέψεις σου στο βυθό του υποσυνείδητου. το καλύτερο εφέ γίνεται όταν υπάρχουν και σύννεφα στο ουρανό και για μερικά λεπτά ο ήλιος κρύβεται, εκεί το πορτοκαλί φάσμα γίνεται γκρίζο και μετά ασημένιο, τα σχήματα είναι πιο επιβλητικά, πιο Bauhaus φάση, κάποιες φορές είμαι σίγουρος πως έχω δει διαστημόπλοια. το φινάλε είναι το καλύτερο, όταν ανοίγεις τα μάτια και τα πάντα γύρω φαίνονται ακόμα πιο χρωματιστά, η άμμος είναι σαν χρυσάφι και το νερό τιρκουάζ. αν κατά την διάρκεια του «trip» ο ουρανός συννεφιάσει, όταν ανοίξεις τα μάτια σου, για μερικά δευτερόλεπτα, νιώθεις σαν να ταξίδεψες στον χωροχρόνο, μια αίσθηση jet lag σε αποπροσανατολίζει, μέχρι που οι σταγόνες από το κύμα που σκάει λίγο πιο πέρα από τα πόδια σου, σε επαναφέρουν στη πραγματικότητα.

Ανυπομονώ να πάω στη θάλασσα, μόνο και μόνο για να ακούσω το Miike Snow των Miike Snow, ένα πραγματικά φανταστικό ντεμπούτο, από μια τριμελής μπάντα (1/3 Νέα Υόρκη, 2/3 Σουηδία) που παίζει αστραφτερή electro pop, σαν μια 80s αντανάκλαση του ήλιου στον ωκεανό των 00s, 11 αστερίες που ξέβρασε η θάλασσα του hype, ένα πραγματικά υπέροχο δισκάκι. θα μπορούσα να γράψω και άλλες cheesy μαλακιούλες («το love child του Give Up  των Postal Service και του Ιn Ghost Colours των Cut Copy, ανιψάκι του Prince, υιοθετημένο από τον Kid Loco) αλλά θα προτιμήσω της ασφαλή οδό με το link του ευφυέστατου remix στο The Kids Don’t Stand A Chance των Vampire Weekend  και του Animal, κομμάτι που ανοίγει τον δίσκο τους.

Ladies n Gent I think we have the breakthrough artist of 2009.

Noisettes – Wild Young Hearts

27 Μάι.

fish

μόλις ξεκολλήσω από αυτή τη κομματάρα, ίσως μπορέσω να μιλήσω για τον υπόλοιπο δίσκο.

ps. spiral, thanx m8 🙂

Neils Children – X.Enc

23 Μάι.

cewl

αν και μπορεί να ακουστώ σαν την Κάρι Μπράτσο (…) σκεφτόμουνα τις προάλλες τον ορισμό της λέξης «cool». αρκετά ώστε να το γκουγκλάρω. αυτοί είναι 9 από τους περίπου 250 ορισμούς που βρήκα σύμφωνα με το urban dictionary: 

  • η smart ass έκδοση: something you probably aren’t if you’re looking up «cool» in the dictionary.
  • η υπερ-ενθουσιώδης: the epitome of awesomeness….so ridiculously, mind blowingly, climacticly sweet that the god’s themselves have to wait in line to get into his parties
  • η κολλημένη-με-τον-Miles Davis: Miles Davis movement of music in the late 50s and early 60s
  • η… errr… «πρωκτική»?: Someone who is super totally awesome, they make you have orgasms out of your butt.
  • η χασικλίδικη: Anything related to weed or high
  • η ομοφοβική: something if said correct, really loud and long with the «o» sound, can make anyone’s comeback look gay.
  • η αντιδραστική: meaning stupid, lame, boring, dumb, etc. Not appealing to what you think or want to do. Being «cool» in my vocab isn’t good.
  • η καταθλιπτική: to do something stupid so you are to be accepted. Usually works when you are suicidal.

δεν μπορώ να πω ότι ταυτίστηκα με κάποιον από αυτούς, το coolness παίζει στο κεφάλι μου, αλλά είναι αδύνατο να το προσεγγίσω λεκτικά. αυτό που ξέρω σίγουρα, είναι το βασικό χαρακτηριστικό του, που δεν είναι άλλο από το «το ανεπιτήδευτo«. αν προσπαθείς να είσαι cool, ακυρώνεις ταυτόχρονα την βάση του, που είναι ο αυθορμητισμός. γι’ αυτό και είναι τόσο σπάνιο πλέον να γνωρίσεις ένα cool άτομο. το 90% των ανθρώπων που συναντώ καθημερινά προσπαθεί με οποιοδήποτε τρόπο μπορεί να αποδείξει στον περίγυρό του πως είναι cool. είτε μιλώντας ακατάπαυστα για το πόσο τίποτα δεν τους επηρεάζει, είτε επαναλαμβάνοντας συνέχεια το «ντααααξ μωρε, μην αγχώνεσαι», είτε φορώντας εξυπνακίστικα t-shirts που θυμίζουν σε πρωτοτυπία τo «Ι am with stupid» tag, είτε μέσω της γλώσσας του σώματος με αυτές τις ηλίθιες zoolander-isque στάσεις που το κεφάλι γέρνει, τα χέρια κρέμονται και το σώμα παραπαίει,  είτε κάνοντας κωλόχερο και βρίζοντας παναγίες από το αυτοκίνητο με το πόδι στο γκάζι, είτε σπρώχνοντας τον κόσμο για να περάσουν μπροστά στις συναυλίες και στα μπαρ – ειλικρινά το μισώ αυτό, αν μου ξανασυμβεί μα το θεό θα  εκραγώ– είτε μιλώντας χαμηλόφωνα και βραχνά στο τηλέφωνο, είτε αγνοώντας σε όταν τους μιλάς, κοιτάζοντας τα πάντα εκτός από σένα. βέβαια, το πόσο πετυχαίνει το cool attitude εξαρτάται πάντα από το άτομο στο οποίο το πουλάς. σε μένα για παράδειγμα υπήρχε γκόμενα στο παρελθόν που  σε τραπέζι μετά το φαγητό, είχε βρει το νόημα της ζωής της στο  ήχο  «τσσσσθ» που έβγαλα από το στόμα μου… θόλωμα εικόνα, ήχος άρπας, χρονολούπα:

~~~~~~~~   

λίγα λόγια για το «τσσσθ»

το «τσσσθ» είναι ο disturbing ήχος που βγαίνει από το ρούφηγμα της γλώσσας ανάμεσα στα δόντια, κυρίως μετά από ένα καλό φαγητό, συνοδεύεται με τσιγάρο στο χέρι, σήκωμα φρυδιών και άααραγμα στη καρέκλα»

~~~~~~~~

growse i know. και όμως ήταν τόσο αυθόρμητο, τόσο πραγματικά άνετο, τόσο σίγουρο και 100% εγώ, που η γκόμενα ήταν έτοιμη εκείνη την στιγμή να γίνει η μητέρα των παιδιών μου.   κατάλαβα την υποκειμενικότητα του coolness όταν επιχείρησα το ίδιο κόλπο με άλλη παρέα. ας πούμε πως μετά από αυτό, αν ήμουν ο μοναδικός άντρας στο πλανήτη μαζί της, θα επέλεγε τον ολοκληρωτικό αφανισμό του ανθρώπινου γένους…. fuck, μερικές φορές είναι πραγματικά δύσκολο να είσαι cool ακόμα και αν δεν ανήκεις στη κατηγορία της wannabe-cool εμμονής. θέλω να πω, όλοι λίγο πολύ έχουμε πέσει στην παγίδα του coolness, δεν υπάρχει άνθρωπος -και κυρίως άντρας- που δεν έχει πει από μέσα του «μεγάλε χαλάρωσε, παίξτο cool κετς». πόσο πιο εύκολο θα ήταν αν μπορούσες με 4 φίλους σου, ένα μικρόφωνο, ένα μπάσο, και μια κιθάρα, να κάνεις αυτό που ξέρεις καλύτερα παίζοντας ένα είδος post-punk ή new wave or whateverthefuck, και χωρίς να το καταλαβαίνεις, να θυμίζεις σε όσους σε ακούνε τι σημαίνει pure, extra, ultimate mother fuckin coolness.

να, όπως το κάνουν οι Neils Children, god blesh them. 

I Can’t See YouTerror at Home / People Change Their Minds

 

The Crystal Method – Divided by Night

21 Μάι.

electronicaένα τρομερά εκνευριστικό πράγμα όταν προσεγγίζω μαγαζιά για «ντιτζέινγκ», είναι η αντίδραση του ιδιοκτήτη κάθε φορά που του λέω τι παίζω. κυρίως στα μαγαζιά που υποτίθεται πως έχουν ένα «χαρακτήρα rawk», αυτοί είναι που αντιδρούν πιο έντονα. οι υπόλοιποι εντυπωσιάζονται απλά με τις άγνωστες λέξεις . γενικά δεν υπάρχει χειρότερη ερώτηση από το «τι μουσική ακούς / παίζεις», αυτό είναι κάτι που όλοι πάνω κάτω γνωρίζουμε. αλλά ως γνωστόν δεν υπάρχει δυσκολότερο πράγμα από το να πουλάς τον εαυτό σου, κυρίως  σε κάποιον που ενδεχομένως να μην ξέρει το 80% από αυτά που εκπροσωπείς. άρα πρέπει να το βουλώσεις και να «κολυμπήσεις».  η απάντηση μου στην επίμαχη ερώτηση ξεκινάει κάπως έτσι «… indie βασικά», εκεί αντιλαμβάνεσαι μια απορία στο πρόσωπο, το σώζεις λίγο «ξέρεις alternative», το indie δεν το έχουν ακόμα αφομοιώσει σαν όρο, αν και με το «alternative» δεις δυσκολία, πετάς ένα «brit pop» και καθαρίζεις. οk, το κιθαριστικό μέρος τελείωσε, πάμε για τα δύσκολα. «…και  τίποτα electro-». εκεί όλοι στραβώνουν λες και τους είπες πως θα παίζεις σαμπλαρισμένους ήχους από τρίξιμο κιμωλίας στον πίνακα. σε διακόπτουν και με σηκωμένο φρύδι, σου λένε «κοίτα φίλε, το μαγαζί έχει έναν χαρακτήρα, δεν χωράει εδώ μέσα πριόνι κετς». έρχεσαι σε αμηχανία, πρέπει κάπως να το σώσεις, έχεις σχεδόν χάσει την δουλειά και τότε λες την μαγική λέξη «μην φανταστείς νταμπα-ντούμπα και τέτοια, όταν λέω ιλέκτρο εννοώ τύπου depeche mode, τι νόμιζες». στο άκουσμα της λέξης depeche mode όλα ησυχάζουν, η ανησυχία εγκαταλείπει το πρόσωπο και υπάρχει και πάλι αλληλοκατανόηση στον αέρα. anyway, απλά μου φαίνεται περίεργο που μερικοί δυσκολεύονται να καταλάβουν πως το electro- sth δεν παίζεται μόνο σε rave-party του U-MATIC και δεν το ακούνε πλέον τύποι με τσουλούφια, FRONT φούτερ και το LIFE radio μόνιμα στο ραδιόφωνο. βασικά αδυνατώ να καταλάβω  πώς γίνεται να ξεχωρίζεις το electro από το indie rock, το όλο θέμα αυτής της δεκαετίας δεν ήταν ότι επιτέλους αυτά τα δύο είδη εξομοιώθηκαν σε ένα ή κάνω λάθος. όπως και να έχει, τον τελευταίο καιρό έχω πήξει στο κιθαρόνι, είχα ανάγκη από ένα καλό ηλεκτρονικό δίσκο , όχι σαν την μαλακία το Passion Pit που το ακούς και είναι σαν να βρίσκεσαι σε lounge bar εξωγήινης φυλής, κάτι πιο βατό, που να θυμίζει εκείνη την «χρυσή» εποχή της electronica, τότε στα late 90s, με δισκάρες από Chemical Brothers, Underworld, Leftfield, Orbital, Death in Vegas, Dust Brothers και τα συναφή. και ήρθε το  καινούργιο Crystal Method για να γεμίσει το κενό, και με το παραπάνω.  με συμμετοχές από Peter Hook, Justin Warfield (από τους She Wants Revenge), Jason Lytle (Grandaddy) και άλλους  που δεν ξέρω, κρυστάλλινη παραγωγή, επικές μελωδίες, κοφτά beats, σκοτεινά διαλείμματα, και  dance ύμνους, το Divided by Night δεν είναι πάρα ένα electronica masterpiece, ωδή σε μια σκηνή πάνω στην οποία έχουν χτίσει τόσοι και τόσο πολύ τα τελευταία χρόνια, που έχει σχεδόν ξεχαστεί. Άψογο.

Kling To The Wreckage / Black Rainbows / Dirty Thirty

Blackbud – Blackbud

19 Μάι.

φανταστείτε τους coldplay (περίοδος  A Rush of Blood to the Head), τους radiohead (περίοδος the bends) και τον Jeff Buckley (την περίοδο που ζούσε), κλεισμένους σε ένα χωριατόσπιτο στη μέση του πουθενά της αγγλίας, με αρκετά ναρκωτικά και αλκοόλ στην αποθήκη τους, πολύ ελεύθερη ώρα για τζαμάρισμα στην διάθεσή τους και μόνο δίσκους των Led Zeppelin και του Hendrix στις δισκοθήκες τους. και τώρα φανταστείτε μια τριμελή μπάντα από το Wiltshire , να βρίσκεται επί μήνες στο δρόμο, αναζητώντας υλικό και έμπνευση,  για τον δεύτερο και σημαντικό της δίσκο. (τον πρώτο δεν τον άκουσε κανένας)… (αυτό μην το φανταστείτε, ισχύει). κάπου στα μέσα της διαδρομής οι τρεις φίλοι αντιλαμβάνονται πως δεν έχουν ιδέα που πηγαίνουν, έχουν χάσει κάθε σημάδι προσανατολισμού, περπατάνε μέρες και επιστρέφουν ξανά στο ίδιο σημείο, ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν, κοινώς they are sooo fucked. χαμένοι λοιπόν σε σκοτεινά και απέραντα αγγλικά λιβάδια υπό την επήρεια παραισθησιογόνων ουσιών, όχι ιδιαίτερα ψύχραιμοι και έχοντας περάσει πιο ευχάριστες μέρες στη ζωή τους, ακούνε μια νύχτα μουσικές και θόρυβο να βγαίνει από τα βάθη του δάσους που απλώνεται μπροστά τους. μη έχοντας τίποτα άλλο να κάνουν, ακολουθούν υπνωτισμένοι τους μελωδικούς ήχους μέχρι που φτάνουν στο περίφημο χωριατόσπιτο της τρελοπαρέας που αναφέραμε παραπάνω, πλησιάζουν με δέος το παράθυρο του σπιτιού, βλέπουν την εκκεντρική κολεκτίβα να τζαμάρει, κολλάνε τα αυτιά τους στο τζάμι, και προσπαθούν με όση δύναμη τους έχει απομείνει να απομνημονεύσουν ό,τι ακούνε και να το χώσουν με κάποιο τρόπο στο δίσκο τους…

you can run / outside looking in / came down easy

τα κατάφεραν;

Au Revoir Simone – Still Night, Still Light

17 Μάι.

summer

τα βράδια την τελευταία βδομάδα είναι απο αυτά που θα σε κάνουν να νοσταλγείς μετά απο κάποια χρόνια τα καλοκαίρια που πέρασαν. θα λες «θυμάσαι που καθόμασταν τότε στο μπαλκόνι και μετράγαμε τις μέρες για τις διακοπές μας;». «που σχεδιάζαμε τα πάντα, μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια;«. ή από αυτά που πριν πεθάνεις θα ήθελες να μύρισεις το άρωμα τους για τελευταία φορά. νομίζω πως μπορώ να αντέξω τα πάντα πέρα απο την σκέψη ότι, ίσως κάποια στιγμή δεν θα μοιράζομαι τα καλοκαίρια μαζί της. μπορεί να φταίει εκείνη η νύχτα στο εξοχικό, που ενώ τα πάντα μύριζαν καλοκαίρι, εγώ το μόνο που αντιλήφθηκα ήταν ο βασιλικός που έκοψε και κρατούσε στα χέρια της, περνώντας από μπροστά μου. θυμάμαι μίλαγα με φίλους, έλεγα ένα κάρο μαλακίες πίνοντας το δέκατο κρασί και εκείνη τη στιγμή σαν όλα να πάγωσαν. υπήρχε μόνο αυτή μέ ένα ματσάκι βασιλικό στο χέρι, σαν τα χαζά slow motion που κοροϊδεύω σε ταινίες, κράτησε για λίγα δευτερόλεπτα παρόλο που ένα ολόκληρο καλοκαίρι έχει χωρέσει στη μυρωδιά που άφησε  πίσω της. μετά έφυγε, πήγε στη κουζίνα να φτιάξει φαγητό. ρώτα με ποια είναι η πιο ομορφή καλοκαιρινή σου στιγμή, δεν θα σου πω για θάλασσες, για ηλιοβασιλέματα και πρωινά στον ίσκιο κάτω από τα δέντρα, αλλά για εκέινο το βραδάκι που πέρασε από μπροστά μου, φορώντας το t-shirt και το μαγιό της, με τα αλάτια από την θάλασσα πάνω της, κάνοντας το πιο απλό πράγμα, κόβοντας ένα ματσάκι βασιλικό για την σάλτσα της, χωρίς να μου δώσει την παραμικρή σημασία, ήθελε απλά να κάνει τη δουλειά της, να δώσει λίγο παραπάνω μυρωδιά στο φαγητό και ακόμα μια αφορμή να θυμάμαι για όλη μου την ζωή, πόσο όμορφη μπορεί να  είναι η νύχτα το καλοκαίρι.

Shadows / All or nothing

I Think I Hate St. Vincent

13 Μάι.

disturbinglyτο actor, σαφώς και δεν είναι ο  μόνος δίσκος που άκουσα αυτό τον καιρό και δεν μου άρεσε, απλά ο συγκεκριμένος κουβαλάει κάτι κιλά hype πάνω του και ανήκει στην κατηγορία του «καλά, πως γίνεται να μην σου αρέσω;» / «πόσο άσχετος είσαι» / «άμα δεν ξέρεις μη μιλάς» / «σκάσε, άκου και γράψε διθυράμβους για μένα» κτλ. γεγονός που με κάνει να ασχοληθώ μαζί του, έτσι από σπάσιμο. η St. Vincent στην πραγματικότητα λέγεται Αnnie Clark, όχι δεν είναι η AnneOur DarknessClark (αυτή γράφεται χωρίς i), αν και οι δίσκοι της θυμίζουν τους αντίστοιχους της «electro-pop ποιήτριας των 80’s» (κάπου το είδα γραμμένο αυτό και μου φάνηκε τόσο corny  που έπρεπε να το διαδώσω), σε ένα δυνατό σημείο: είναι εξίσου – ασύλληπτα βαρετοί, όχι με την κλασική έννοια του όρου, αλλά με έναν ξεχωριστό εντεχν-indie τρόπο που ανάγει την βαρεμάρα σε art-statement.  βασικά, είμαι προκατειλημμένος με την St. Vincent αρχικά για έναν καθαρά επιφανειακό και υποκειμενικό λόγο: το εξώφυλλο του actor με τη φάτσα της. δεν είναι ότι είναι άσχημη (αν και έχω την εντύπωση πως έχει συνέχεια τα ρουθούνια της ανοιχτά, μ’ εκνευρίζει αυτό, ντάξει μπορεί να είναι ιδέα μου), όμορφη κοπέλα είναι,  για indie-art rock δεδομένα ειδικά, είναι κουκλάρα, απλά στο συγκεκριμένο εξώφυλλο, είναι κάπως ενοχλητική. disturbingly indie θα έλεγα. αυτά τα γουρλωμένα μάτια που κοιτάνε με πραότητα, γαλήνη και μια ιδέα δέους (το φως; το «άγιο πνεύμα»; το… «τίποτα –aaaah»), αυτός ο σηκωμένος λαιμός, αυτό το πορτοκαλί background… δεν ξέρω, κάτι με εκνευρίζει. βασικά, μπορεί να μην φταίει το ίδιο το εξώφυλλο, αλλά το γεγονός ότι το έχω φάει τόσο απελπιστικά πολύ στη μάπα, που  μου έχει γίνει κάτι σαν εμμονή, έχω την εντύπωση ότι όπου και αν κοιτάξω στo internet, από κάπου θα πεταχτεί η St. Vincent μαζί με ένα αποθεωτικό review με επικέφαλίδα «Finally, she’s back!», κάνοντας με να νιώθω ακόμα πιο μαλάκας, που όχι μόνο δεν είχα ακούσει το επικό της  ντεμπούτο, αλλά δεν γνώριζα καν την ύπαρξή της. βλέπω εφιάλτες που πνίγομαι και έρχεται κοντά μου νωχελικά, εγώ της φωνάζω να με βοηθήσει , να μου δώσει το χέρι της να σωθώ και αυτή κάθεται και με κοιτάει να αργοπεθαίνω, με τα τεράστια μάτια της, την υποψία χαμόγελου στο στόμα και το πορτοκαλί φόντο πίσω από τα σγουρά της μαλλιά. μιλάω στο msn και φοβάμαι πως ξαφνικά θα πεταχτεί πάλι με την φωτογραφία του δίσκου, «St. Vincent is on line», θα μου στείλει μήνυμα, θα ανοίξω το παράθυρο και δεν θα γράφει τίποτα, θα είναι και πάλι αυτή, με τα τεράστια μάτια της, την υποψία χαμόγελου στο στόμα και το πορτοκαλί φόντο πίσω από τα σγουρά της μαλλιά. ok, I think you got the point. όπως καταλαβαίνετε με αυτή την ψυχολογία είναι κομματάκι δύσκολο να έχω αντικειμενική άποψη για τον δίσκο της, παρόλ’ αυτά τόλμησα να τον ακούσω δυο-τρεις φορές, to let it grow on me (όπως συμβούλευαν όλα τα reviews που διάβασα). το μόνο πράγμα που «μεγάλωσε» μέσα μου ήταν η επιθυμία για ένα λιονταρίσιο χασμουρητό, από αυτά που θα μπορούσαν να σκίσουν το στόμα σου στα δύο, σαν του Joker, και η επείγουσα ανάγκη να πατήσω το stop και μετά το delete- μαζί- με-shift για να μην μείνει ίχνος αυτού του μουσικού κοκτέιλ ηρεμιστικών χαπιών, αυτού του  art-rock κομψοτεχνήματος μελωδοποίημένης (και καταπιεσμένης) λίμπιντο, αυτού του ψυχεδελικού compilation μουσικής για βιβλιοθήκες και μουσεία, του ιδανικού soundtrack για βαρετά early dinners 30sth κουλτουριάρηδων, του αγαπημένου δίσκου για τα μεσημέρια στο Booze, της indie show-of επιλογής του dj στο pop, ή απλά της ιδανική αφορμής για να γράψεις ένα τεράστιο και ανούσιο review, πλημμυρισμένο με λέξεις που δεν έχεις ποτέ χρησιμοποιήσει, η προσωπική σου απόπειρα να προσεγγίσεις την λογοτεχνία, καταδικασμένη να αποτύχει, σαν το δικό μου το review στα μάτια σας, και το δικό της δίσκο στα αυτιά μου.